Ο ΠΑΡΑΓΟΝΤΑΣ Α

 

 

Ο Παράγοντας Α: Άνθρωπος → Αγάπη → Αποδοχή.

Είμαστε σε μια συνεχή έρευνα. Ψάχνουμε, ανακαλύπτουμε, επινοούμε συνεχώς νέες μεθόδους, διαδικασίες, φάρμακα για την ανακούφιση και τη θεραπεία των ασθενών μας. Ξενυχτάμε πάνω από δοκιμαστικούς σωλήνες σε ανήλιαγα εργαστήρια, ψάχνοντας για το φάρμακο που θα προσφέρει στον άνθρωπο την τέλεια υγεία, την απόλυτη ανεμελιά. Δημοσιεύουμε τις ανακαλύψεις μας με τεράστια, κεφαλαία γράμματα. και βαρύγδουπους τίτλους.
Κι όμως, παρά τις ατέλειωτες ώρες, μέρες, χρόνια έρευνας και αμέτρητες ανακαλύψεις προς όλες τις πιθανές κατευθύνσεις, ξεχάσαμε να εξερευνήσουμε τον παράγοντα Α. Ήταν μπροστά μας από την αρχή και λογικά, έπρεπε να αρχίσουμε απ’ αυτόν την όποια μας έρευνα. Αλλά είναι χαρακτηριστικό της φύσης του ανθρώπου, να ψάχνει σε μακρινά και δύσβατα μονοπάτια το «άνθος της ζωής» και να το βρίσκει τελικά, αν και όταν, αποκαμωμένος πια, επιστρέψει, αν αποφασίσει να επιστρέψει, στην αρχή του.

Περάσαμε πολλά χρόνια στα θρανία, στερηθήκαμε πολλά από τη νεανική μας ζωή, για να είμαστε σε θέση ως ενήλικες, να ανακουφίζουμε ή να θεραπεύουμε ανθρώπους από τις αρρώστιες τους. Διαβάσαμε ολόκληρες βιβλιοθήκες συγγραμμάτων, μάθαμε τα φάρμακα απ’ έξω κι ανακατωτά, βασανίσαμε χιλιάδες πειραματόζωα ψάχνοντας επιβεβαίωση για τις εμπνεύσεις μας.
Όταν όμως ήρθαμε απέναντι στους ασθενείς, στους ανθρώπους που εμπιστεύτηκαν τις γνώσεις και την εμπειρία μας για να ανακτήσουν τη χαμένη τους υγεία, διαπιστώσαμε ότι ήμασταν πολύ λίγοι, για το ρόλο του θεραπευτή. Είχαμε συνηθίσει να φερόμαστε στους ανθρώπους, σαν όντα ελαττωματικά, που εμείς θα επιδιορθώναμε με τις γνώσεις μας κι όχι να τους προσεγγίζουμε σαν μαθητές, ερευνητές των διεργασιών που είχαν γίνει μέσα τους και τους είχαν οδηγήσει να νοσήσουν. Και προσωπικά, δεν θα το είχα δει ποτέ έτσι, αν φοιτήτρια ακόμη, δεν βρισκόμουν μπροστά σε μια περίπτωση πραγματικής, θεραπευτικής πρακτικής:

Ο ασθενής κειτόταν στο κρεβάτι με δυνατό πόνο στην πλάτη, στο ύψος του διαφράγματος, που του έκοβε την αναπνοή. Ο γιατρός ήρθε εσπευσμένα. Κάθισε δίπλα του. Μου επέτρεψε να καθίσω κοντά του, γιατί οι «νεότεροι πρέπει να μαθαίνουν από τους παλιούς» είπε. Αφού ρώτησε πώς συνέβει το περιστατικό, πότε και υπό ποιες συνθήκες, εξέτασε κλινικά τον ασθενή και ρώτησε το ιστορικό του. Μετά, ζήτησε από τους οικείους του, να βγουν από το δωμάτιο. Έκλεισε την πόρτα και κάθισε κοντά του. Του χαμογέλασε με κατανόηση και τον ρώτησε ποια ήταν η εσωτερική του αίσθηση για το συμβάν. Πώς πραγματικά νομίζει, ότι προέκυψε. Τι σκεφτόταν εκείνη την ώρα, τι σκεφτόταν όλη τη μέρα, τι είχε δει στον ύπνο του το προηγούμενο βράδυ, τι πίστευε ότι έφταιξε και κατέληξε να αρρωστήσει. Τον ρώτησε αν έχει παράπονο μέσα του για κάτι, αν τρέφει αρνητικά συναισθήματα για κάποιον άνθρωπο (δεν τον ενδιέφερε για ποιόν), αν πιστεύει ότι δεν αναγνωρίζονται οι προσπάθειές του σε κάποιον τομέα, αν έχει καλές σχέσεις με τον εργοδότη του και τους συναδέλφους του, αν διατηρεί ζεστές σχέσεις με τα μέλη της οικογένειάς του και τους φίλους του. Στο τέλος, τον ρώτησε αν μπορεί να διακρίνει, τι πιστεύει ότι πρέπει ν’ αλλάξει στην καθημερινότητά του, ώστε να μην είναι ανάγκη να πονάει και να του κόβεται η αναπνοή. Δεν παρέλειψε να του τονίσει από την αρχή, ότι είχε έρθει εδώ ως σύμμαχος και δεν θα πρόδιδε την εμπιστοσύνη που θα του έδειχνε. Ο ασθενής απάντησε σε όλα με ειλικρίνεια, πιστεύω. Δεν θα σας δώσω τις απαντήσεις, αλλά θα αναφέρω μόνο, ότι εκείνο που παρατήρησα ήταν, ότι σταδιακά υποχώρησαν από το πρόσωπό του οι γκριμάτσες του πόνου, το σώμα του τεντώθηκε σιγά σιγά και στο τέλος, βρέθηκε να κάθεται κι όχι να είναι ξαπλωμένος στο κρεβάτι.
Ο γιατρός είχε ακούσει με προσοχή όλες τις απαντήσεις και τον είχε ενθαρρύνει να τακτοποιήσει το συντομότερο, τις όποιες εκκρεμότητες ένοιωθε μέσα του ότι είχε στη ζωή του, με παλικαρίσια τόλμη. Του είπε να περάσει από το ιατρείο του, όταν θα μπορούσε πλέον να περπατήσει τέλεια, να του πει μόνος του ότι είναι πλέον καλά. Οι τελευταίες στιγμές, ήταν σαν αποχώρηση από συνάντηση καρδιακών φίλων. Ο γιατρός αγκάλιασε σφικτά για λίγα δευτερόλεπτα τον ασθενή, βεβαιώνοντάς τον ότι έχει εμπιστοσύνη στην ικανότητά του να διορθώσει εκ βάθρων, όλα τα δυσμενή ζητήματα που τον καταπονούν. Χαιρετήσαμε και βγήκαμε από το δωμάτιο.
Στο καθιστικό, περίμενε η σύζυγος και η θυγατέρα του ασθενούς. Ο γιατρός έγραψε μια συνταγή και οδηγίες για περεταίρω εξετάσεις. Ζήτησε επίσης, να απομακρυνθούν από το υπνοδωμάτιο τα κόκκινα υφάσματα και αντικείμενα και να αντικατασταθούν με άλλα, σε αποχρώσεις του σιέλ, ώστε να βοηθηθεί η αποχώρηση του πόνου. Πήρε την αμοιβή του, χαιρέτησε και βγήκε. Τον ακολούθησα. Είχα χιλιάδες απορίες στο μυαλό μου. Η επίσκεψη είχε διαρκέσει πάνω από μία ώρα. Η χρηματική αμοιβή, ήταν σχετικά μικρή για τον γιατρό.

Όταν φτάσαμε στο ιατρείο, βρήκα την ευκαιρία να λύσω τις απορίες μου. Τον ρώτησα γιατί ξόδεψε τόση ώρα για έναν ασθενή. Μου απάντησε ότι δεν ξόδεψε, επένδυσε ώρα, σε έναν ασθενή που πρώτη φορά γνώριζε. Αυτό, θα του εξοικονομούσε χρόνο στη συνέχεια, αν ο ασθενής συνέχιζε μαζί του, ώστε να καταλαβαίνει γρήγορα και ευκολότερα τις πιθανές ρίζες των μετέπειτα προβλημάτων, που τυχόν παρουσίαζε. Ακολούθησαν πολλές άλλες ερωτήσεις και απαντήσεις. Στο τέλος μου είπε:
«Γι’ αυτά που ρωτάς, οι απαντήσεις πηγάζουν από την συνεκτίμηση στη θεραπεία του παράγοντα Α: Άνθρωπος → Αγάπη → Αποδοχή. Ο άνθρωπος επιτρέπει την αρρώστια στον εαυτό του, γι’ αυτό πρέπει ο γιατρός με αγάπη για τον ασθενή του, όποιος κι αν είναι αυτός, να αποδεχθεί τη δική του οπτική για τη αρρώστια αυτή. Θεραπευτικά, ο γιατρός θα δράσει όπως χρειάζεται, αλλά όχι μόνο θα επιτρέψει, αλλά και θα ενθαρρύνει τον ασθενή του, να λύσει το συναισθηματικό, πνευματικό ή νοητικό μπλοκ, που διεγείρει την αρρώστια του. Θα είχαμε μεγαλύτερα ποσοστά θεραπευμένων και πιο μόνιμες θεραπείες, αν είχαμε μάθει να μην παραβλέπουμε αυτόν τον παράγοντα Α σε κάθε ασθένεια, όσο σοβαρή κι αν είναι. Αυτή η γνώση, έχει δυστυχώς αποσιωπηθεί. Κι όμως, θα μπορούσε να οδηγήσει με ασφάλεια, ακόμη και στην αυτοθεραπεία.»

Leave a comment

Αρέσει σε %d bloggers: